Ληστεύει όλες τις χώρες η Γερμανία

Ο αρθρογράφος του Bloomberg Τζάστιν Φοξ αποκαλύπτει:

  • Τα τεράστια πλεονάσματα που έχει είναι τα ελλείμματα των άλλων χωρών
  • Αυτό καταγγέλλει ο αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ

Τα γιγάντια εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας είναι πρόβλημα. Σχεδόν οι πάντες –συμπεριλαμβανομένων πολλών Γερμανών– συμφωνούν σε αυτό. Αλλά όταν ο αμερικανός Πρόεδρος Donald Trump επικρίνει το έλλειμμα των ΗΠΑ στις εμπορικές συναλλαγές με τη Γερμανία, όπως έκανε μόλις πριν από δύο ημέρες στο Twitter, και αναγγέλλει ότι «αυτό θα αλλάξει», προκύπτει ένα σημαντικό ερώτημα: Πώς θα γίνει να αλλάξει; Το πλεόνασμα της Γερμανίας αυξήθηκε πολύ και στις διμερείς εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της τρέχουσας οικονομικής ανάκαμψης, αν και έχει συρρικνωθεί λίγο από το 2015.

Πρώτα απ’ όλα, ως οικονομικός δημοσιογράφος, οφείλω να αναφέρω εδώ ότι τα εμπορικά ελλείμματα, όπως αυτό στις συναλλαγές των ΗΠΑ με τη Γερμανία, δεν είναι από μόνα τους άσχημα. Εγώ καταγράφω εμπορικό έλλειμμα στις συναλλαγές μου με τον μπακάλη της γειτονιάς, και αυτό είναι εντάξει εφόσον έχω αρκετό εισόδημα από άλλες πηγές για να καλύψω τη διαφορά. Όταν, όμως, οι χώρες εμφανίζουν χρόνια συνολικά πλεονάσματα ή ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, μπορεί να υπάρξουν προβλήματα. Όπως το έθεσε ο πρώην πρόεδρος της Federal Reserve, Ben Bernanke, το 2015:

«Το γεγονός ότι η Γερμανία πουλάει τόσο πολύ περισσότερο απ’ ό,τι αγοράζει ανακατευθύνει ζήτηση από τους γείτονές της (καθώς και από άλλες χώρες από όλο τον κόσμο), μειώνοντας την παραγωγή και την απασχόληση εκτός Γερμανίας σε μια εποχή στην οποία η νομισματική πολιτική σε πολλές χώρες φτάνει στα όριά της».

Οι μεγάλες εμπορικές ανισορροπίες μπορεί επίσης να οδηγήσουν σε μη υγιείς και μη βιώσιμες χρηματοοικονομικές ροές, όπως συνέβη με τις ΗΠΑ και την Κίνα στην πορεία προς την οικονομική κρίση του 2008. Ναι, λοιπόν, τα τεράστια εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας είναι ένα πρόβλημα. Σε αυτό μπορούμε (σχεδόν) όλοι να συμφωνήσουμε. Τι τα προκαλεί; Ο Πρόεδρος Trump, ο οποίος αρέσκεται στο να χρησιμοποιεί τη λέξη «deal», έκανε τη σχετική διάγνωση τον Μάρτιο:

«Η Γερμανία τα έχει καταφέρει πολύ καλά στις εμπορικές της συμφωνίες με τις ΗΠΑ, και πρέπει να τους το αναγνωρίσω αυτό».

Ακούστε κάτι που έχει πλάκα: Η Γερμανία δεν έχει καμία εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ! Η διαχείριση όλων των εμπορικών της σχέσεων γίνεται στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και ναι, η ΕΕ κατέγραψε ένα καλό πλεόνασμα, ύψους 146 δισ. δολαρίων, στο εμπόριο με τις ΗΠΑ το 2016. Η Γερμανία αντιπροσώπευε το 44% αυτού, η Ιρλανδία (όπου οι αμερικανικές φαρμακευτικές εταιρείες έχουν μεταφέρει σημαντικό κομμάτι της παραγωγής τους) το 24% και η Ιταλία το 19%. Από την άλλη, άλλες χώρες της ΕΕ, όπως το Βέλγιο, η Ολλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, εμφάνισαν εμπορικό έλλειμμα στις συναλλαγές με τις ΗΠΑ. Η ΕΕ επιβάλλει πράγματι πολλούς δασμούς και ποσοστώσεις στις εισαγωγές, αλλά το ίδιο κάνουν και οι ΗΠΑ, και αυτά τα εμπόδια σπανίως αναφέρονται ως λόγος για το μεγάλο πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας. Το οποίο ακούγεται λογικό, δεδομένου ότι πολλά από αυτά βρίσκονταν ήδη εκεί τη δεκαετία του 1990, όταν η Γερμανία εμφάνιζε χρόνια ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Τι είναι, λοιπόν, αυτό που προκάλεσε τη μεγάλη στροφή της Γερμανίας στα πλεονάσματα; Οι δύο πιο πειστικές εξηγήσεις είναι 1) η γέννηση του ευρώ και 2) η γερμανική λιτότητα.

Τις δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι υπεύθυνοι χάραξης οικονομικής πολιτικής της Δυτικής Γερμανίας έθεσαν ως πρώτη προτεραιότητα την ενίσχυση του νομίσματος της χώρας. Από το 1960 έως το 1990, το γερμανικό μάρκο σχεδόν τετραπλασιάστηκε σε αξία έναντι του δολαρίου των ΗΠΑ. Από τη συγχώνευση του μάρκου με το ευρώ το 1999, όμως, η Γερμανία έπρεπε να μοιραστεί το νόμισμά της με την υπόλοιπη ζώνη του ευρώ. Και από την οικονομική κρίση, το νόμισμα αυτό υπήρξε σχετικά αδύναμο – σημαντικά πιο αδύναμο απ’ ό,τι θα ήταν πιθανότατα το γερμανικό μάρκο εάν είχε παραμείνει ανεξάρτητο νόμισμα. Η γερμανίδα καγκελάριος Angela Merkel δήλωσε τον Φεβρουάριο:

«Αν είχαμε ακόμη το γερμανικό μάρκο, θα αποτιμάτο με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι το ευρώ σήμερα. Αλλά αυτή είναι μια ανεξάρτητη νομισματική πολιτική, στην οποία εγώ ως καγκελάριος έχω μηδενική επιρροή». Αυτό ακούγεται σαν να αφήνει την ουρά της απ’ έξω. Και αυτό κάνει! Αλλά είναι και αλήθεια. Η επιρροή της Γερμανίας στην πορεία του νομίσματός της είναι πλέον αρκετά περιορισμένη. Εκεί που οι γερμανοί πολιτικοί μπορούν να κάνουν τη διαφορά είναι στις δαπάνες. Αυτό είναι από τον Marcel Fratzscher, πρόεδρο του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών:

«Η Γερμανία έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά δημοσίων επενδύσεων στον βιομηχανικό κόσμο. Οι δήμοι της, που ευθύνονται για το ήμισυ του συνόλου των δημοσίων επενδύσεων, έχουν για την ώρα ανεκτέλεστα επενδυτικά σχέδια αξίας 136 δισ. ευρώ, δηλαδή το 4,5% του ΑΕΠ. Μόνο τα σχολικά κτίρια της Γερμανίας χρειάζονται επιπλέον 35 δισ. δολάρια για επισκευές. Εν τω μεταξύ, η ιδιωτική επένδυση στο γηράσκον κεφαλαιακό απόθεμα της Γερμανίας έχει αποδυναμωθεί από την επιθυμία πολλών γερμανικών εταιρειών να επενδύσουν στο εξωτερικό».

Ως εκ τούτου, η Γερμανία εμφανίζει διαχρονικά ένα υψηλό ποσοστό αποταμίευσης στα νοικοκυριά, καταγράφει για την ώρα υψηλά πλεονάσματα κρατικού προϋπολογισμού και είναι πλέον διστακτική σε ό,τι αφορά την προσπάθεια επέκτασης της νομισματικής ένωσης της Ευρώπης και σε μια δημοσιονομική στην οποία τα κράτη θα μοιράζονται από κοινού περισσότερα βάρη. Έτσι, το πρόβλημα με τη Γερμανία δεν είναι τόσο το ότι εξάγει πάρα πολύ όσο το ότι ξοδεύει πολύ λίγο. Αμφιβάλλω εάν ο Πρόεδρος Trump μπορεί να προκαλέσει αλλαγές σε αυτό το μέτωπο. Αλλά ίσως ο γάλλος Πρόεδρος Emmanuel Macron μπορεί!

Ο Τζάστιν Φοξ είναι αρθρογράφος του Bloomberg View. Υπήρξε εκδότης του «Harvard Business Review» και έγραφε για τους «Times», το «Fortune» και το «American Banker». Είναι συγγραφέας του «The Myth of the Rational Market» («Ο Μύθος της Ορθολογιστικής Αγοράς»).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *