Οι συντάξεις χηρείας βρίσκονται στην άκρη του γκρεμού!

Με τον νόμο Κατρούγκαλου, για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος στον επιζώντα σύζυγο και προκειμένου να του χορηγηθεί η παροχή εφ’ όρου ζωής -αν δεν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις παύσης της- απαιτείται -πλέον- να έχει συμπληρωθεί το 55ο έτος κατά τον χρόνο που επήλθε το γεγονός του θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου. Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δεν συμπληρωθεί το όριο ηλικίας, η σύνταξη καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο μόνο για μία τριετία.

Μετά την πάροδο της τριετίας ελέγχεται εάν ο επιζών σύζυγος συμπλήρωσε ή όχι τα 55, ενώ αν κατά τη διάρκεια της τριετίας ο επιζών σύζυγος συμπληρώσει τα 55, η καταβολή της σύνταξης διακόπτεται μόλις συμπληρωθεί η τριετία και άρχεται εκ νέου με τη συμπλήρωση των 67.  Εάν κατά τη διάρκεια της τριετίας δεν έχει συμπληρωθεί το 55ο έτος, διακόπτεται η καταβολή της σύνταξης με τη λήξη της τριετίας και δεν επαναχορηγείται. Συνεχίζει να χορηγείται μόνο όσο υπάρχουν ανήλικα τέκνα (18ο έτος) ή σπουδάζουν (24ο έτος) ή είναι ανίκανα για την άσκηση βιοποριστικής εργασίας με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω και για όσο χρόνο πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις. Όμως υπάρχουν και άλλες παράμετροι, όπως το ποσό της χορηγούμενης σύνταξης, που μεγεθύνει το οικονομικά πρόβλημα για τις χήρες ή τους χήρους. Έτσι:

α. O επιζών σύζυγος λαμβάνει ποσοστό -μόνο- 50%.

β. Αν ο γάμος πραγματοποιήθηκε μετά την απονομή της σύνταξης γήρατος του θανόντος, το ποσοστό επί της σύνταξης του επιζώντος συζύγου περιορίζεται, όπως και του διαζευγμένου συζύγου. Άρα, το σχετικό δικαίωμα συναρτάται -πλέον- από τη διάρκεια του γάμου και τη διαφορά ηλικίας των συζύγων, αρχόμενης από τα δέκα έτη και πλέον, εκτός της περίπτωσης που ο θανών λάμβανε σύνταξη αναπηρίας όταν τελέστηκε ο γάμος και ως εκ τούτου ο επιζών σύζυγος εξακολουθεί να λαμβάνει το ως άνω ποσοστό (50%) της σύνταξης λόγω θανάτου.

γ. Αν υπάρχουν τέκνα, το ποσό της σύνταξης του θανόντος επιμερίζεται σε ποσοστό 25% για κάθε παιδί και το ποσοστό διπλασιάζεται (50%) για κάθε παιδί ορφανό και από τους δύο γονείς, αλλά με την προϋπόθεση ότι δεν δικαιούται σύνταξη από τους γονείς του. Σημειωτέον ότι το συνολικό ποσό της σύνταξης, λόγω θανάτου, του επιζώντος συζύγου ή διαζευγμένου και των τέκνων δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης που ελάμβανε ο θανών. Αξίζει να επισημανθεί ότι υπάρχουν και άλλες περικοπές που προβλέπονται στον νόμο της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης (ν. 4387/2016).

Παραδείγματα:

  1. Θανών σύζυγος ηλικίας 70 ετών και επιζών σύζυγος ηλικίας 40 ετών, με επταετή γάμο, ο οποίος πραγματοποιήθηκε μετά την απονομή της σύνταξης γήρατος του θανόντος. Η διαφορά ηλικίας μεταξύ των δύο, αφαιρουμένου του χρονικού διαστήματος του γάμου τους, είναι 23 έτη (70 – 40 – 7 = 23). Συνεπώς, το ποσό της σύνταξης του επιζώντος συζύγου θα μειωθεί κατά 16%, ως εξής: Από το 10ο έως το 20ό έτος 10% (10 έτη x 1%) Από το 21ο έως το 23ο έτος 6% (3 έτη x 2%) Συνεπώς, ο επιζών σύζυγος θα λάβει το 42% της σύνταξης λόγω θανάτου (50 x 16%=8, άρα 50-8=42%). Εάν η σύνταξη λόγω θανάτου ανέρχεται σε 1.000 ευρώ, ο επιζών σύζυγος θα δικαιούταν το 50%, δηλαδή 500 ευρώ. Όμως, λόγω της ηλικιακής διαφοράς των δύο συζύγων, η σύνταξη θα περιοριστεί στο ποσό των 420 ευρώ (500 ευρώ – 16% x 500 ευρώ), δηλαδή το 42% της σύνταξης (42% x 1.000 ευρώ). Αν ο θανών είναι συνταξιούχος, λόγω αναπηρίας, η χήρα θα λάβει το 50% της σύνταξης λόγω θανάτου χωρίς τη μείωση της διαφοράς ηλικίας.
  2. Επιζών σύζυγος με τρία τέκνα δικαιούται το 50% της σύνταξης λόγω θανάτου (περιοριζόμενο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, σε περίπτωση που ο γάμος πραγματοποιήθηκε μετά την απονομή της σύνταξης γήρατος του θανόντος και υφίσταται ηλικιακή διαφορά άνω της δεκαετίας), ενώ το υπόλοιπο 50% της σύνταξης επιμερίζεται ισόποσα στα τρία τέκνα, δηλαδή το κάθε τέκνο θα λάβει 16,66% της σύνταξης. (Αναλυτικότερες λεπτομέρειες στις αρμόδιες υπηρεσίες του ΕΦΚΑ ή στη σχετική αναρτημένη εγκύκλιο του υπουργείου Εργασίας).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *