ΠΑΣΟΚ: Ένα κλικ προς τα αριστερά

Άρθρο-παρέμβαση του Σωτήρη Κωστόπουλου, που θα ταράξει τα νερά

 

  • Το συλλογικό όραμα και η πορεία του 1981 προς την εξουσία

Πριν από 43 χρόνια, μετά την πτώση της χούντας, οι πολιτικές συνθήκες στη χώρα μας ήταν εντελώς διαφορετικές από τις τωρινές. Πράγματι, ο αέρας της αλλαγής εκείνη την εποχή είχε κυριαρχήσει σε ευρύτατα λαϊκά στρώματα και ήταν ευκολότερο να υλοποιηθούν σημαντικές μεταρρυθμίσεις που ήταν αναγκαίες στην ελληνική κοινωνία.

Όλοι αυτοί που ηγηθήκαμε της αλλαγής με επικεφαλής τον Ανδρέα Παπανδρέου ήμασταν στελέχη με προσδοκίες, αποφασισμένοι να ανοίξουμε ρήγματα, χωρίς διάθεση αφομοίωσης σε συμπεριφορές και νοοτροπίες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πορευτήκαμε για την κατάκτηση της εξουσίας το 1981 με επακόλουθο να δημιουργήσουμε πρωτόγνωρες μορφές θεσμικών αλλαγών στην πατρίδα μας.

Προτάξαμε και υλοποιήσαμε μεταρρυθμίσεις σε υγεία, παιδεία, εργασία, στο οικογενειακό δίκαιο, την εθνική συμφιλίωση με την κατάργηση των κοινωνικών φρονημάτων, την αναγνώριση της εθνικής αντίστασης και άλλα πολλά.

Λυπάμαι, κατά συνέπεια, που ορισμένοι καθηγητές σε «ντοκιμαντέρ» ραδιοφωνικών εκπομπών προσπαθούν να υποβαθμίσουν όλο αυτό το μεγαλειώδες έργο με το ανάθεμα του λαϊκισμού. Δεν τιμά ούτε τους ίδιους ούτε κατά τα άλλα το σημαντικό επιστημονικό τους έργο.

Κλείνοντας αυτήν την παρένθεση, θέλω να υπογραμμίσω ότι τη μεγάλη πλειοψηφία των ιδρυτικών στελεχών του ΠΑΣΟΚ στην τοτινή συγκυρία, από τον Γιάννη Αλευρά μέχρι τον Ξενοφώντα Πελοποννήσιο, τη διέκρινε το συλλογικό όραμα της αλλαγής. «Αλλαγή, αλλαγή λαϊκή συμμετοχή» αντηχούσε από τη μια ως την άλλη άκρη της χώρας.

Αυτό σηματοδοτούσε την εξέλιξη μιας κοινωνίας που δίψαγε για μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα διόρθωναν τις αδυναμίες του κράτους που θα εκσυγχρονιζόταν από την πολύχρονη παρουσία της Δεξιάς στην εξουσία, με τις παθογένειες που κουβαλούσε, λόγω των καταβολών και την συντηρητικής ιστορικής της διαδρομής.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεταρρυθμίσεις μας γίνανε αποδεκτές από το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου, συμπεριλαμβανόμενου, τα πρώτα χρόνια της αλλαγής, του Φλωράκη και του ΚΚΕ, γιατί εμείς, εν μέρει, διασώσαμε τη «χαμένη τιμή της Αριστεράς».

 

Η άποψη Τσίπρα για τη διάλυση του ΠΑΣΟΚ και η σύλληψη της ΕΛΕ

Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι με τον κοινωνικό εμπλουτισμό που πραγματοποιήσαμε στον τομέα της κοινωνικής δικαιοσύνης -στην τοτινή συγκύρια- δημιουργήσαμε το δικό μας αξιακό φορτίο χάρη στην ευφυή στρατηγική σύλληψη της ΕΛΕ (Εθνική Λαϊκή Ενότητα), όχι από τον Ανδρέα Παπανδρέου αλλά από τον αξέχαστο Αντώνη Στρατή, την όποια λάνσαρε επικοινωνιακά ο Δημήτρης Μαρούδας και ο υπογράφων αυτό το κείμενο.

Μέσω της ΕΛΕ ο στόχος της κοινωνικής σοσιαλιστικής αλλαγής δεν ήταν άμεσος «εδώ και τώρα» και αυτό δεν αποτελούσε ψόγο.

Οι μεταρρυθμίσεις που θα εφαρμόζαμε -μέσω των σταδίων- στο πρόγραμμά μας θα έτειναν προς τον κοινωνικό μετασχηματισμό, παρόλο που ο τελευταίος δεν θα βρισκόταν στην ημερήσια διάταξη.

Εμείς -σε αντίθεση με το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ- ξεπεράσαμε τις παιδικές αρρώστιες του ΠΑΚ, όπως «εδώ και τώρα σοσιαλισμός», «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», χάρη στην ΕΛΕ, δηλαδή την καθημερινή συναίνεση και συμμέτοχη του λαϊκού κινήματος και τη σοφή, καταλυτική βοήθεια του συντρόφου Ζακ Ντελόρ. Ταυτόχρονα -αντίθετα με τον ΣΥΡΙΖΑ- προσαρμόσαμε το πρόγραμμά μας άμεσα με την επικύρωση των καθοδηγητικών μας οργάνων (ΚΕ – ΕΓ Συνέδρια).

Δεν είναι τυχαίο -σε φιλική συνά­ντηση με τον πρόεδρο του ΣΥΝ το 2014- πως του πρότεινα κάτι ανάλογο με την ΕΛΕ σε επίπεδο προοδευτικών κόμματων, δηλαδή μελλοντική νομοτελειακή συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ. Η απάντηση του κύριου Τσίπρα ήταν αρνητική, με το επιχείρημα πως ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ θα διαλύονταν μετά τις εκλογές του 2015.

Επεσήμανα στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ πως κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο να συμβεί στο κόμμα μου γιατί είχε χαράξει τα τελευταία 40 χρόνια το αποτύπωμά του στον κοινωνικό και πατριωτικό κορμό της χώρας.

Το ΠΑΣΟΚ, π.χ., με τις αξιακές πτυχές του έργου του κάνει την ειδοποιό διάφορα από άλλους μικρούς φορείς που πολιτικά εξαφανίστηκαν και επιπρόσθετα το κόμμα μου κατάφερε να ανακουφίσει τα μικρομεσαία στρώματα και τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα μέσα από τη δέσμη δομικών μέτρων και αλλαγών που εφάρμοσε. Δυστυχώς για τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν εισακούστηκα από τον κ. Τσίπρα.

 

Τα νεοφιλελεύθερα κτυπήματα των Σημίτη – Βενιζέλου

Υποθέτω πως ο τωρινός πρωθυπουργός εκτιμούσε πως η διάλυση του ΠΑΣΟΚ είχε αρχίσει να διαφαίνεται από τη παρακμιακή εποχή της κύριας Λιάνη, την ασθένεια του Ανδρέα Παπανδρέου, την αποκάλυψη σκανδάλων στο τομέα κυρίως της Εθνικής Άμυνας επί Σημίτη, που μείωσαν και ζημίωσαν εκλογικά το κόμμα.

Επίσης, το χαριστικό χτύπημα στον προοδευτικό χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ το έδωσε ο ερχομός του Σημίτη, ο όποιος με την τεχνοκρατική αντίληψή του ξεθώριασε το κίνημα από τα οράματά του, χάνοντας έτσι τη μάχη της ηγεμονίας και τον παλμό της κοινωνίας.

Πράγματι, μετά τον Σημίτη, τον Γ. Παπανδρέου και τον Ευ. Βενιζέλο, το ΠΑΣΟΚ απώλεσε το πολιτικό – ιδεολογικό του στίγμα και στράφηκε αποκλειστικά στην κυβερνητική διαχείριση της χώρας. Οι τρεις αυτοί διάδοχοι του Ανδρέα Παπανδρέου, πέρα από τις προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες, επίδειξη αυτοπροβολής και πρακτικές βαρονίας, διέπονταν από το ίδιο τεχνοκρατικό, εκσυγχρονιστικό πρότυπο του νεοφιλελευθερισμού.

ΝΔ προς ΠΑΣΟΚ: «Χούντα είναι, θα περάσει»

Παράλληλα επικράτησε κραυγαλέα έλλειψη αυτού που λέγαμε σοσιαλιστικό ήθος και ύφος. Συνέπεια αυτού ήταν η ασέβεια στο ιδρυτικό – πρωτοπόρο στελεχιακό δυναμικό και ο εμφανής παραμερισμός του.

Αυτό το σημαντικό κεφάλαιό μας σπαταλήθηκε από τις ίντριγκες των μικροομάδων, με ταυτόχρονη εξαφάνιση της παλιάς προοδευτικής πολιτικοϊδεολογικής του ταυτότητας, της ρωμαλέας οργανωτικής του δομής και της απώλειας ενός λαϊκού – αγωνιστικού διανοητή που είχε καταφέρει να ριζώσει στο κίνημα τη συλλογική συνείδηση και να μπολιάσει τα πρώτα χρόνια της αλλαγής την κοινωνία με διαφορετικές αξίες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ΠΑΣΟΚ διεύρυνε την εκλογική του απήχηση και κυρίως την ανάδειξή του για 40 χρόνια ως κυρίαρχη πολιτική δύναμη του προοδευτικού πόλου.

Κατά τη γνώμη μου, από την εποχή του Σημίτη και μετά, που συντελείται το ξεθώριασμα του Α. Γ. Παπανδρέου και η επικυριαρχία του δικού του τεχνοκρατικού μοντέλου ακολουθεί και σε μεγάλο βαθμό η απαξίωση των πρωτοπόρων αρχών και στελεχών του ΠΑΣΟΚ.

Για μένα αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη απογοήτευση μιας περιπετειώδους και ωραίας εξηντάχρονης πορείας από την Ένωση Κέντρου στο ΠΑΚ και στο ΠΑΣΟΚ, δηλαδή η περιθωριοποίηση και η απομάκρυνση όσων εναντιωθήκαν στη μετάλλαξή του. Για να είμαι ειλικρινής και ακριβής, εξαίρεση αποτελεί η πρόεδρος κ. Γεννηματά, η οποία, προς τιμήν της, το τελευταίο διάστημα έκανε προσπάθεια να αγκαλιάσει τα παλιά στελέχη (βουλευτές κ.λπ.) μέσα από συναντήσεις μαζί τους.

Οι κληρονόμοι του τίτλου του ΠΑΣΟΚ επικαλούνται τον ιδρυτή του επιλεκτικά για ψηφοθηρικούς λόγους και τα τσιτάτα του έχουν συμβολική σημασία. Τρέχουν πίσω από τη διχαστική και καταστροφολογική τακτική της ηγεσίας της ΝΔ, π.χ., ξεχνούν την επικοινωνιακή προπαγάνδα της, που αποκαλούσε την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ «χούντα είναι, θα περάσει».

Εμείς, τα πρωτοπόρα ιστορικά στελέχη, προερχόμενα από την Ένωση Κέντρου, το ΠΑΚ και το ΠΑΣΟΚ, μαζί με τον ιδρυτή του Ανδρέα Παπανδρέου, ουδέποτε σκεφτήκαμε να σύρουμε το κόμμα στην πολιτική αγκαλιά ή συμπόρευση της οποιασδήποτε Δεξιάς. Ταυτόχρονα δεν ξεχνάμε ότι επί Κ. Μητσοτάκη η ΝΔ επεδίωξε την εξόντωση του Ανδρέα Παπανδρέου με την παραπομπή του στο Ειδικό Δικαστήριο και την ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής στη χώρα μας.

Η πρόταση του Ν. Φίλη για συνεργασία προϋποθέτει ένα κλικ προς τα αριστερά από το ΠΑΣΟΚ

Εμείς, μέσα από την ΕΛΕ (Εθνική Λαϊκή Ενότητα), εφαρμόσαμε το κοινωνικό κράτος, τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές άξιες. Αντίθετα με τη συντήρηση, που στην αντιπαράθεσή της προς κάθε προοδευτικό και αριστερό προσφεύγει στο αιώνιο καταφύγιό της περί απειλής της δημοκρατίας, ενώ στην ουσία απειλείται η κυριαρχία της από τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις.

Γι’ αυτό, κατά τη γνώμη μου, η κ. Γεννηματά, καλώς κρατεί ίσες αποστάσεις από τη νεοφιλελεύθερη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ, αρκεί η αντιπαράθεση με έναν προοδευτικό φορέα να μην εξελίσσεται σε μια αγεφύρωτη σύγκρουση μαζί τους. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο νεοφιλελευθερισμός βάζει στο κέντρο του τον ιδιωτικό τομέα (την ιδιοκτησία), τις αγορές της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και όχημα για την επικυριαρχία της διαπλοκής.

Σε αντίθεση, οι σοσιαλιστές-σοσιαλδημοκράτες βάζουν ως πρώτο αίτημα τη δημιουργία ενός κοινωνικού (και για εμάς τους οραματιστές), μελλοντικού, αυτοδιαχειριζόμενου κράτους. Δηλαδή, έναν συνδυασμό λαϊκής κυριαρχίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και ατομικών δικαιωμάτων, στα όποια η ιδιοκτησία είναι ένα. Με βάση αυτές τις αρχές εφάρμοσε η πρώτη κυβέρνηση της αλλαγής, το 1981, ένα σημαντικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα ανάκαμψης της οικονομίας.

Δεν ήταν μια τεχνοκρατική υπόθεση, αλλά το σήμα κατατεθέν της σοσιαλιστικής μας αντίληψης στη συνείδηση της κοινωνίας εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών, όπως, π.χ., η εμβάθυνση της δημοκρατίας, η εισαγωγή θεσμών άμεσης συμμετοχής των πολιτών (όπως εταιρείες λαϊκής βάσης), η προστασία των μη προνομιούχων, η όσο το δυνατόν δικαιότερη κατανομή των βαρών και των ωφελημάτων και η έμπρακτη θεσμική ενίσχυση της ΤΑ, ώστε να οικοδομηθεί σε νέες βάσεις ο κοινωνικός ιστός.

Αυτή η κοινωνική και η οικονομική μας φιλοσοφία συμπίπτει σε πολλά σημεία με άλλες πολιτικές δυνάμεις που -όπως υποστηρίζει ο φίλος Νίκος Φίλης- μπορεί να συγκλίνουν -και γιατί όχι- σε επιμέρους θέματα και σε ευρύτερες, ισότιμες, προοδευτικές, προγραμματικές συνεργασίες.

Το ΠΑΣΟΚ υπήρξε -και ελπίζω να συνεχίσει να είναι- ένας ζωντανός κομματικός μηχανισμός με ανοιχτούς πολιτικούς ορίζοντες. Είναι αναγκαίο, λοιπόν, η ηγεσία του να εγκαταλείψει τη στείρα αντιπαράθεση και να κάνει ένα κλικ προς τα αριστερά.

Χωρίς ρεβανσισμό η ιδεολογική –κυρίως– αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ

Η αναφορά που κάναμε στο χθεσινό ΠΑΣΟΚ είναι χρήσιμη σε έναν μεγάλο βαθμό, αφού αποτελεί δίδαγμα και αρνητικό παράδειγμα πολιτικοϊδεολογικής μετάλλαξης. Απόρροια αυτού του γεγονότος είναι η ανυπαρξία μιας αξιόπιστης εναλλακτικής πολιτικής, που θα δώσει ελπίδες επανάκαμψης σημαντικού όγκου ψηφοφόρων που έχουν αποχωρήσει. Για να συμβεί αυτό πρέπει να ξετυλίξει ένα συνεκτικό, προοδευτικό διακύβευμα για τη μετά το Μνημόνιο περίοδο.

Αυτό σημαίνει ότι στην ατζέντα του κόμματος πρέπει να διαμορφώνεται ο πολιτικός του λόγος, μέσα από μια ευπρεπή αντιπαράθεση, ιδιαίτερα στο θέμα απαλλαγής της πατρίδας από τα Μνημόνια και την επιτροπεία των θεσμών.

Αντί να διακρίνουμε πάντα μια στείρα πολεμική στα θέματα της επικαιρότητας, θα έπρεπε η αντιπαράθεση τόσο με τη ΝΔ όσο και με την κυβέρνηση να είναι πολιτική. Θα έλεγα επιπλέον ότι με τον ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να είναι κυρίως ιδεολογική.

Η ηγεσία του σημερινού ΠΑΣΟΚ θα επιτύχει τον στόχο της χωρίς ρεβανσισμό και άναρθρες κραυγές απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, σε μια στροφή προς τα αριστερά στον πολιτικό λόγο και στην πολιτική πρακτική. Οπωσδήποτε αυτή η αλλαγή αντιπαράθεσης θα δημιουργήσει αρνητικές αντιδράσεις στο κεντροδεξιό κομμάτι του ΠΑΣΟΚ. Πιστεύω ότι αυτή η στάση τους πρέπει να αφήσει αδιάφορη την κ. Γεννηματά, ώστε να συνεχίσει απερίσπαστα τις προοδευτικές πολιτικές επιλογές της.

Η επικοινωνιακή υπεροπλία της ΝΔ

Φυσικό είναι παρόμοια ανοίγματα και δίοδοι επικοινωνίας προς όμορες πολιτικές δυνάμεις να αντιμετωπιστούν από τον γνωστό νεοφιλελεύθερο πυρήνα του κινήματος με λυσσαλέες αντιδράσεις, αφού λοξοκοιτά και τάσσεται οριστικά προς τον χώρο της ΝΔ. Άλλωστε, όπως αποδείχτηκε τα τελευταία χρόνια, βασική επιλογή αυτής της τάσης του κόμματός μου είναι η ευθεία σύγκρουση με την κυβέρνηση μέσα από μια πολωτική και στο έπακρο πολεμική εναντίον της με τη βοήθεια μερίδας των ΜΜΕ.

Με τις επινοήσεις τους αυτά τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ επιφυλάσσουν στον εαυτό τους υποβοηθητικό ρολό στη ΝΔ, με το πρόσχημα μιας εθνικής στρατηγικής.

Στην ουσία επιδιώκουν να υπηρετήσουν τη νεοφιλελεύθερη πορεία της χώρας, συνεπικουρούμενα από μιντιακά και οικονομικά συμφέροντα, όπου διαθέτει την επικοινωνιακή υπεροπλία η ΝΔ.

«Ειρήσθω εν παρόδω», με όλο τον σεβασμό προς τα ΜΜΕ και την ελευθερία του Τύπου, μερικές φορές η α­ντιπαράθεση ορισμένων από αυτά με την κυβέρνηση μου θυμίζει εκτροπή σχεδόν ανάλογη εκείνης του 1964-1965 κατά του «Γέρου της Δημοκρατίας» Γεωργίου Παπανδρέου από το συγκρότημα Λαμπράκη.

Δυστυχώς, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αντιμετώπισε με επιτυχία θεσμούς όπως τα ΜΜΕ, τη Δικαιοσύνη, κ.ά., που μπορούσε να έχει την κοινωνία μαζί του. Αντίθετα, από προνομιακά πεδία του γύρισαν μπούμερανγκ. Όσο για τη διάκριση των εξουσιών, ποτέ δεν ήταν απολυτή. Η φιλολογία περί ουδέτερης Δικαιοσύνης είναι ένας μύθος. Προσωπικά προτιμώ την πολιτική εξουσία, οποίας αντιολοκληρωτικής ιδεολογίας και αν είναι.

Η αξιοποίηση, από το ΠΑΣΟΚ, της διαφοροποίησης του κόσμου από τον ΣΥΡΙΖΑ

Σήμερα είναι γεγονός ότι υπάρχει στον κανονικό κόσμο μια σημαντική διαφοροποίηση απέναντι στον πρωθυπουργό και στον ΣΥΡΙΖΑ. Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, αντί να τρέχει πίσω από τη διχαστική και καταστροφολογική τακτική του κ. Μητσοτάκη, πρέπει να επεξεργαστεί με σαφήνεια μια εναλλακτική, προοδευτική πολιτική πρόταση σε όλους τους τομείς.

Αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί, αφού διαθέτει τα διαχρονικά κοινωνικά ερείσματα, σοβαρή εμπειρία οργανωτικής δομής και χάρη στην ΕΛΕ (Εθνική Λαϊκή Ενότητα), που το ανέδειξε στην κυβέρνηση, ισχυρούς και ακατάλυτους δεσμούς με σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας.

Η σοσιαλδημοκρατική ανάπτυξη

Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να συμβάλει στην επίτευξη των παρακάτω στόχων:

Ανάπτυξη: Αυτό σημαίνει επιστροφή μιας κεϊνσιανής, σοσιαλδημοκρατικής κανονικότητας, ανταγωνιστικής του νεοφιλελευθερισμού. Η δίκαιη σοσιαλδημοκρατική ανάπτυξη δεν είναι απλά θεωρία, όνειρο, όραμα, αλλά προγραμματική καθημερινότητα σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

Βασικός μας στόχος λοιπόν είναι η αλλαγή του οικονομικού – κοινωνικού κλίματος, που επανεκκινεί και μεγεθύνει την οικονομία με καινοτόμα στοιχεία, όπως η παλιά πρόταση του ΠΑΣΟΚ για σύνδεση της ανάπτυξης με το ελάχιστο εγγυημένο κοινωνικό εισόδημα. Φυσικά αυτό έρχεται σε α­ντίθεση με τη σημερινή μορφή του ελαχιστοποιημένου επιδόματος που χορήγει η κ. Φωτίου, καθώς εντάσσεται στη λογική συμπίεσης του μισθού.

Κατά την εκτίμησή μου, η σοσιαλδημοκρατική ανάπτυξη είναι μια ορθολογική επιλογή στο σημερινό παγκοσμοποιημένο περιβάλλον.

Ο άμεσος σοσιαλιστικός μετασχηματισμός που οραματίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σήμερα μια ουτοπία καθώς επίσης και η θεωρία των μαρξιστικών σταδίων αποτελεί παρελθόν και αδιέξοδο αριστερισμό. Το επόμενο διάστημα είναι κρίσιμο, αφού το καλοκαίρι του 2018 ολοκληρώνεται το μνημονιακό πρόγραμμα και η χώρα μας βγαίνει στις αγορές.

Ακριβώς για αυτόν τον λόγο προτάξαμε την οικονομική ανάπτυξη, αφού -εξαιτίας του περιεχομένου της (νεοφιλελεύθερου ή σοσιαλδημοκρατικού)- δημιουργούνται προβλήματα και για την κυβέρνηση και για την αντιπολίτευση.

Αντιστροφή των όρων αντιπαράθεσης μετά την αξιολόγηση

Για τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ το τέλος της μνημονιακής περιόδου αποτελεί επιτυχία της πολιτικής που αυτοί ξεκίνησαν εδώ και επτά χρόνια. Για τον ΣΥΡΙΖΑ σημαίνει εφαρμογή πολιτικών με τις οποίες ήταν αντίθετοι.

Διαπιστώνουμε δηλαδή αντίστροφη των όρων. Κατά την εκτίμησή μου, το μεγαλύτερο πρόβλημα το έχει η αντιπολίτευση, αφού της αφαιρεί τη δυνατότητα να απορρίψει συνολικά το κυβερνητικό πρόγραμμα.

Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι το τέλος της αξιολόγησης η γενική επίθεση «εκλογές, παραιτηθείτε, φύγετε» έχει μετατεθεί σε συγκεκριμένα θέματα, όπως η παιδεία, η υγεία, οι πυρκαγιές, Εξάρχεια, Βαρουφάκης, Δικαιοσύνη κ.λπ.

Το αντιπολιτευτικό αφήγημα της ΝΔ δεν έχει έναν, λοιπόν, κεντρικό στόχο και πιστεύω ότι θα αποτύχει, παρότι οι υφιστάμενες οικονομικές δυνάμεις, συνεπικουρούμενες και από ένα μέρος των ΜΜΕ, προωθούν την αυτοδυναμία του νεοφιλελευθερισμού και τη μη επιβίωση κάθε αριστερής στο σύνολό της συνείδησης (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΠΑΣΟΚ κ.λπ.).

Αυτοδυναμία της ΝΔ και πολύχρονη επικράτησή της

Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ με το πλησίασμα των εκλογών θα επιτύχει τον στόχο της χωρίς ρεβανσισμό, με στροφή στον πολιτικό λόγο, ώστε να συμβάλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μιας μερίδας του εκλογικού σώματος, που έχει κλονιστεί επικίνδυνα εξαιτίας της διάψευσης των υπερβολικών προσδοκιών που καλλιέργησε η κυβέρνηση Τσίπρα.

Αυτό όμως προϋποθέτει -για το κόμμα μου- ως στόχο υψηλής προτεραιότητας να εγκαταλείψει τη νεοφιλελεύθερη πολιτική και να ξετυλίξει ένα κοινωνικό και ανθρωπιστικό πρόγραμμα με απαραίτητο οραματικό πρόσημο. Με αυτόν τον τρόπο θα διευκολυνθεί η επάνοδος των απογοητευμένων στην κοίτη του Κινήματος όσων τείνουν να απομακρυνθούν από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ταυτόχρονα, μια παρόμοια στροφή θα δημιουργήσει κίνητρα για την αναζωογόνηση των εργαζομένων σε εργασιακούς χώρους που έχουν περιέλθει σε αδράνεια.

Η προβολή του προγράμματος του Κινήματος πρέπει να γίνει ακόμα εμφανέστερη, επειδή συμπίπτει με το πλησίασμα των εκλογών και απαιτεί παραδείγματα εφαρμογής και προτάσεις, όπου αυτές είναι εφικτές.

Όλες αυτές οι προγραμματικές εξαγγελίες απαιτούν εγρήγορση και ετοιμότητα κυρίως απέναντι στη ΝΔ και τους συστημικούς συμμάχους της, που προσβλέπουν στην αυτοδυναμία της και την πολύχρονη επικράτησή της στη διακυβέρνηση της χώρας.


Η «αριστερή παρένθεση» και η μελλοντική εξαφάνιση όλων των προοδευτικών δυνάμεων

Εύχομαι να μην είμαι αφελής, αλλά πιστεύω πως παίζεται το μέλλον των προοδευτικών δυνάμεων, λόγω των υπερφιλόδοξων στόχων και της νεανικής απειρίας της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ.

Οι συντηρητικές δυνάμεις, εξαιτίας των προηγούμενων αστοχιών, έχουν δρομολογήσει την «αριστερή παρένθεση» και την απομάκρυνση όχι μόνο του ΣΥΡΙΖΑ αλλά οποιασδήποτε αντινεοφιλελεύθερης δύναμης από το μελλοντικό πολιτικό σκηνικό της χώρας. Είναι κατά συνέπεια αναγκαία από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ η ανάδειξη του προοδευτικού μας πρόσημου και της συνέπειας ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις.

Μόνο με μια παρόμοια προοδευτική πορεία το ΠΑΣΟΚ θα αποκτήσει σημαντικό μερίδιο των παλιών του ψηφοφόρων. Διαφορετικά θα παραμείνει σε μονοψήφια ποσοστά, έλκοντας μόνο οπαδούς και στελέχη που έχουν δεθεί ιστορικά και συναισθηματικά με το Κίνημα και δεν μπορούν να απαλλαγούν από τις αρχές και τις αξίες του.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *