Νέα μέτρα φέρνουν οι τρύπες στα ταμεία του Δημοσίου και του ΕΦΚΑ

Καταστροφικές συνέπειες είχε για τα νοικοκυριά αλλά και για τον προϋπολογισμό η υπερφορολόγηση των εισοδημάτων που ξεκίνησε τον προηγούμενο χρόνο και θέτει πλέον εν αμφιβόλω την επίτευξη των στόχων για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2018, πριν ακόμα ξεκινήσει η τρίτη αξιολόγηση.

Τα στατιστικά στοιχεία είναι αποκαλυπτικά και δείχνουν ότι το «τσουνάμι» φόρων που ξεκίνησε από το 2015 οδήγησε στην αύξηση της φοροδιαφυγής, με αποτέλεσμα αφενός μεν να μην εισέλθουν στα ταμεία του Δημοσίου τα υπολογιζόμενα ποσά, αφετέρου δε να εκφράζονται ανησυχίες για τρύπα στον ΕΦΚΑ τη διετία 2017-2018, ύψους 2 δισ. ευρώ. Μάλιστα ο υψηλός αυτός στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% το 2018 έχει υπολογιστεί χωρίς επιπλέον μέτρα (παρά μόνο την επιβολή φόρου στις διανυκτερεύσεις στα ξενοδοχεία και τη μείωση κατά 50 εκατ. ευρώ του επιδόματος πετρελαίου θέρμανσης), γεγονός που καθιστά την επίτευξη του στόχου ακόμα δυσκολότερη. Και αυτό καθώς η φοροδιαφυγή και η εισφοροδιαφυγή, όπως εκτιμούν πλέον στελέχη της αγοράς, δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα.

Ήδη στο πρώτο επτάμηνο του έτους καταγράφεται υστέρηση στα έσοδα ύψους περίπου 700 εκατ. ευρώ. Με τα δεδομένα αυτά, θεωρείται εξαιρετικά πιθανόν να ζητηθούν από τους πιστωτές της χώρας, κυρίως από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, επιπλέον διασφαλίσεις για την επίτευξη του πρωτογενούς πλεονάσματος και, δυστυχώς, οι διασφαλίσεις αυτές μεταφράζονται σε νέα μέτρα για όλους τους φορολογούμενους.

Δεν αποκλείεται να δούμε ορισμένα μέτρα που έχουν ψηφισθεί για να εφαρμοσθούν το 2019 και το 2020 (όπως η μείωση του αφορολόγητου ορίου αλλά και των συντάξεων) να έρθουν στις αρχές ή τα μέσα του επόμενου έτους. Άλλωστε και το 2016 το αφορολόγητο όριο μειώθηκε μεσούσης της χρονιάς.

Η πολιτική εξόντωσης των επαγγελματιών με μεσαία και υψηλά εισοδήματα, όπως φαίνεται, γύρισε μπούμερανγκ στην κυβέρνηση. Η απάντησή τους ήταν να δηλώσουν λιγότερα στην εφορία, με θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο. Με τις διαδικασίες που ακολούθησαν κατάφεραν αφενός να μην πληρώσουν περισσότερα από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια και αφετέρου να περιορίσουν δραστικά τις υπέρογκες ασφαλιστικές εισφορές.

Και δεν είναι μόνο οι ελεύθεροι επαγγελματίες. Τα μειωμένα εισοδήματα εμφανίζονται στο φάσμα σχεδόν όλης της οικονομικής δραστηριότητας. Ακόμα και στην υπεράνω υποψίας κατηγορία των μισθωτών και συνταξιούχων, τα εισοδήματα των οποίων συρρικνώθηκαν κατά 1,5% ή διαφορετικά κατά 864 εκατ. ευρώ. Και περιορίσθηκαν εξαιτίας της υπερφορολόγησης.

Μειωμένα ήταν για μία ακόμη χρονιά και τα εισοδήματα από την εκμίσθωση ακινήτων. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια η κατηγορία αυτή φορολογούμενων έχει δει τα εισοδήματά της (από το 2010) να μειώνονται κατά 2,91 δισ. ευρώ, όταν η φορολογία στα ακίνητα έχει αυξηθεί κατά 625%.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων:

1. Το συνολικό ποσό εισοδήματος που δήλωσαν το 2016 οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι ανήλθε σε 57,9 δισ. ευρώ, έναντι 58,75 δισ. ευρώ το 2015, δηλαδή μειώθηκε κατά 1,5% ή κατά 864 εκατ. ευρώ.

2. Οι ιδιοκτήτες εκμισθούμενων ακινήτων δήλωσαν συνολικά για το 2016 ποσό εισοδήματος 5,962 δισ. ευρώ προερχόμενο από ενοίκια, ενώ πέρυσι είχαν δηλώσει 6,083 δισ. ευρώ από την ίδια πηγή. Το εισόδημά τους μειώθηκε δηλαδή κατά 121 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, το 2010 το δηλούμενο εισόδημα από ακίνητα ανερχόταν στα 8,87 δισ. ευρώ.

3. Το συνολικό δηλωθέν εισόδημα των ελευθέρων επαγγελματιών μειώθηκε το 2016 κατά 20% σε σύγκριση με το 2015. Η εν λόγω κατηγορία φορολογούμενων δήλωσε για το 2016 (στις φορολογικές δηλώσεις του 2017) συνολικό ποσό εισοδημάτων ύψους 3,8 δισ. ευρώ, έναντι 4,7 δισ. ευρώ για το 2015 (στις φορολογικές δηλώσεις του 2016).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *